218 αποτελέσματα για «受»

受精 じゅせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γονιμοποίηση, εμβάπτιση, επικονίαση, σπερματέγχυση
受診 じゅしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβάλλομαι σε ιατρική εξέταση, επισκέπτομαι γιατρό
受け手 うけて

ουσιαστικό

  1. 01 δέκτης (αναφερόμενο σε πρόσωπο), πλευρά υποδοχής, θεατής, ακροατής
受け持ち うけもち

ουσιαστικό

  1. 01 ανάληψη ευθύνης, αρμοδιότητα, ανάθεση εργασίας, καθήκον
受賞者 じゅしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νικητής βραβείου, αποδέκτης βραβείου, βραβευθείς
受肉 じゅにく

ουσιαστικό

  1. 01 ενσάρκωση (του Χριστού)
受信機 じゅしんき

ουσιαστικό

  1. 01 δέκτης (τηλεόρασης, ραδιοφώνου κ.λπ.)
受持 じゅじ

ουσιαστικό

  1. 01 διατήρηση και σεβασμός των διδασκαλιών του Βούδα
受取人 うけとりにん

ουσιαστικό

  1. 01 παραλήπτης (π.χ. αλληλογραφίας), αποδέκτης, δικαιούχος πληρωμής, επωφελούμενος
受けがいい ウケがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 δημοφιλής (μεταξύ κάποιων), ευνοούμενος, καλοδεχούμενος
受精卵 じゅせいらん

ουσιαστικό

  1. 01 γονιμοποιημένο ωάριο, ζυγωτό
受給 じゅきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω πληρωμές (σύνταξη, δελτίο τροφίμων)
受胎 じゅたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύλληψη, γονιμοποίηση
受験票 じゅけんひょう

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο συμμετοχής σε εξετάσεις
受験番号 じゅけんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός υποψηφίου (καθίσματος)
受話 じゅわ

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη τηλεφωνήματος, ακρόαση τηλεφωνήματος
受付係 うけつけがかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος υποδοχής, γραμματέας
受粉 じゅふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επικονίαση
受動 じゅどう

ουσιαστικό

  1. 01 παθητικότητα
受講者 じゅこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που παρακολουθεί διάλεξη, μαθητής (που παρακολουθεί μάθημα, σεμινάριο κ.λπ.), συμμετέχων