61 αποτελέσματα για «司»
司法裁判 しほうさいばん
ουσιαστικό
- 01 δικαστική δίκη
司教座聖堂 しきょうざせいどう
ουσιαστικό
- 01 καθεδρικός ναός
司法改革 しほうかいかく
ουσιαστικό
- 01 δικαστική μεταρρύθμιση
司教座教会 しきょうざきょうかい
ουσιαστικό
- 01 καθεδρικός ναός
司教権座 しきょうけんざ
ουσιαστικό
- 01 επισκοπικός θρόνος
司法試験管理委員会 しほうしけんかんりいいんかい
ουσιαστικό
- 01 Επιτροπή Διαχείρισης Εθνικών Εξετάσεων Δικηγορικού Συλλόγου
司法地域 しほうちいき
ουσιαστικό
- 01 δικαστική περιφέρεια
司法審査 しほうしんさ
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός έλεγχος
司法判断適合性 しほうはんだんてきごうせい
ουσιαστικό
- 01 δικαστική επιλυσιμότητα, δικαστική κρίσιμότητα
司試 しし
ουσιαστικό
- 01 εξετάσεις δικηγορικού συλλόγου
司式者 ししきしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιεροτελεστής, προεδρεύων
司厨士 しちゅうし
ουσιαστικό
- 01 σεφ (δυτικής κουζίνας)
- 02 μάγειρας ή καμαρότος σε πλοίο
司法試験法 しほうしけんほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί δικαστικών εξετάσεων
司法警察 しほうけいさつ
ουσιαστικό
- 01 δικαστική αστυνομία
司法警察権 しほうけいさつけん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικές αστυνομικές εξουσίες
司法警察職員 しほうけいさつしょくいん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός αστυνομικός υπάλληλος
司法警察官 しほうけいさつかん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός αστυνομικός
司法警察員 しほうけいさついん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός αστυνομικός υπάλληλος
司法の場 しほうのば
άλλο, ουσιαστικό
- 01 δικαστική αίθουσα, δικαστήριο
司法部 しほうぶ
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο δικαιοσύνης (κίνα)