295 αποτελέσματα για «合»

合わせ技 あわせわざ

ουσιαστικό

  1. 01 σημειώνω δύο βαζα-άρι (και κερδίζω τον αγώνα)
  2. 02 συνδυασμός τεχνικών, μεικτές μέθοδοι
合意の上 ごういのうえ

άλλο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 με αμοιβαία συμφωνία, με αμοιβαία συναίνεση
合奏 がっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνολο (π.χ. ορχήστρα, μουσικό συγκρότημα δωματίου κ.λπ.), συναυλία
合わせ目 あわせめ

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση, ραφή
合す がっす

ρήμα

  1. 01 ενώνω, αθροίζω, συνδυάζω, συγχωνεύω, αναμειγνύω, συμφωνώ με
合宿所 がっしゅくじょ

ουσιαστικό

  1. 01 πανσιόν, οικοτροφείο
合気道 あいきどう

ουσιαστικό

  1. 01 αϊκίντο
合間合間 あいまあいま

άλλο

  1. 01 ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα, κατά τον ελεύθερο χρόνο
合作 がっさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεργασία, κοινή εργασία
合わせ鏡 あわせかがみ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικριστοί καθρέφτες
合いの手 あいのて

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό διάλειμμα (στην παραδοσιακή ιαπωνική μουσική)
  2. 02 συνοδευτική απαγγελία ή παλαμάκια (κατά τη διάρκεια ενός τραγουδιού ή χορού)
  3. 03 επιφώνημα
合議 ごうぎ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβούλευση, συνδιάσκεψη, συζήτηση, σύμβουλος
合一 ごういつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοποίηση, ένωση, ενότητα
合いの手を入れる あいのてをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνοδεύω με χειρονομίες ή επιφωνήματα κατά τη διάρκεια μιας παύσης σε συζήτηση, τραγούδι κ.λπ., διακόπτω
合否 ごうひ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχία ή αποτυχία, αποτέλεσμα
合理化 ごうりか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξορθολογισμός, ευθυγράμμιση με τη λογική, αιτιολόγηση
  2. 02 εξορθολογισμός (εταιρείας, βιομηχανίας κ.λπ.), βελτιστοποίηση, αύξηση της αποδοτικότητας
  3. 03 εξορθολογισμός
合理主義 ごうりしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθολογισμός
合成音声 ごうせいおんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετική φωνή, συνθετικός λόγος
合理 ごうり N2

ουσιαστικό

  1. 01 λογική
合併症 がっぺいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλοκή