47 αποτελέσματα για «含»
含油 がんゆ
ουσιαστικό
- 01 εμποτισμός με λάδι, ελαιούχος, περιέχων λάδι
含油軸受け がんゆじくうけ
ουσιαστικό
- 01 αυτολιπαινόμενο έδρανο
含意素子 がんいそし
ουσιαστικό
- 01 πύλη αν συνεπάγεται, στοιχείο αν συνεπάγεται
含水率 がんすいりつ
ουσιαστικό
- 01 υγρασία, περιεκτικότητα σε νερό
含銅 がんどう
άλλο
- 01 χαλκούχος, που περιέχει χαλκό
含み益 ふくみえき
ουσιαστικό
- 01 λογιστικό κέρδος, μη πραγματοποιηθέν κέρδος, δυνητικό κέρδος
含
- 01 περιέχω
- 02 περιλαμβάνω
- 03 κρατώ στο στόμα
- 04 έχω κατά νου
- 05 κατανοώ
- 06 εκτιμώ, αγαπώ