77 αποτελέσματα για «吸»

吸い入れる すいいれる

ρήμα

  1. 01 ρουφώ, εισπνέω, απορροφώ
吸音材 きゅうおんざい

ουσιαστικό

  1. 01 ηχοαπορροφητικό υλικό, ακουστικό μονωτικό υλικό
吸い込み口 すいこみぐち

ουσιαστικό

  1. 01 στόμιο αναρρόφησης, είσοδος, αποδέκτης
吸煙 きゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάπνισμα
吸虫類 きゅうちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 τριματωδη (δηλαδή διστομα)
吸汗性 きゅうかんせい

ουσιαστικό

  1. 01 απορροφητικότητα ιδρώτα
吸収缶 きゅうしゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο αντιασφυξιογόνου προσωπίδας, φυσίγγιο αναπνευστήρα, χημικό φυσίγγιο
吸蔵 きゅうぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσρόφηση, απορρόφηση (αερίου)
吸収体 きゅうしゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 απορροφητικό σώμα, απορροφητήρας
吸塵 きゅうじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απορρόφηση σκόνης
吸血動物 きゅうけつどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιμομυζητικό ζώο
吸啜反射 きゅうてつはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστικό θηλασμού
吸水管 きゅうすいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σιφώνι, σωλήνας αναρρόφησης
吸熱反応 きゅうねつはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδόθερμη αντίδραση
吸血コウモリ きゅうけつこうもり

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερίδα-βρικόλακας
吸金剛 ここんごう

ουσιαστικό

  1. 01 Χεβάτζρα, Αιώνιο Βάτζρα (ταντρική βουδιστική θεότητα)
吸湿剤 きゅうしつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραντικό, απορροφητικό υγρασίας
吸煙器 きゅうえんき

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο καπνού
吸茎 きゅうけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεοθηλασμός, στοματική επαφή με το πέος
吸汗 きゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 απορρόφηση ιδρώτα