50 αποτελέσματα για «哀»
哀毀骨立 あいきこつりつ
ουσιαστικό
- 01 αδυνατίζω και γίνομαι σκελετωμένος εξαιτίας πένθους
哀韻 あいいん
ουσιαστικό
- 01 θλιβερός τόνος (μουσικής, λόγου, κ.λπ.)
哀れ気 あわれげ
επίθετο
- 01 λυπημένος, θλιμμένος, μελαγχολικός
哀愍 あいびん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 οίκτος, ευσπλαχνία
哀弔 あいちょう
ουσιαστικό
- 01 συμπάσχουσα έκφραση συλλυπητηρίων
哀悼痛惜 あいとうつうせき
ουσιαστικό
- 01 συλλυπητήρια, πένθος, θλίψη, θρήνος
哀傷歌 あいしょうか
ουσιαστικό
- 01 θρήνος, ελεγεία, επικήδειο άσμα, νεκρώσιμο τραγούδι
哀々 あいあい
άλλο, επίρρημα
- 01 βαθιά λυπημένος
哀思 あいし
ουσιαστικό
- 01 θλιβερό συναίσθημα
哀
- 01 αξιοθρήνητος
- 02 θλίψη, λύπη
- 03 λύπη, θλίψη
- 04 πάθος
- 05 οίκτος, συμπόνια
- 06 συμπάσχω