72 αποτελέσματα για «問»

問責決議案 もんせきけつぎあん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόταση μομφής
問いを掛ける といをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 απευθύνω ερώτηση σε κάποιον
問うに落ちず語るに落ちる とうにおちずかたるにおちる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ ένα μυστικό όταν με ρωτούν σχετικά με αυτό, αλλά το αποκαλύπτω άθελά μου όταν συζητώ για κάποιο άλλο θέμα
問答法 もんどうほう

ουσιαστικό

  1. 01 διαλεκτική, διαλεκτική μέθοδος
問責決議 もんせきけつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ψήφισμα μομφής (ως απόφαση που εκδίδεται από την άνω βουλή του κοινοβουλίου)
問題の点 もんだいのてん

ουσιαστικό

  1. 01 επίδικο σημείο, το σημείο της διαφωνίας
問題群 もんだいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα προβλημάτων, σύνολο ζητημάτων
問い合わせフォーム といあわせフォーム

ουσιαστικό

  1. 01 φόρμα επικοινωνίας
問い合わせ状 といあわせじょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή διερεύνησης, αίτηση παροχής πληροφοριών
問題劇 もんだいげき

ουσιαστικό

  1. 01 έργο κοινωνικού προβληματισμού, έργο με αμφιλεγόμενο θέμα
問題定義 もんだいていぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμός προβλήματος, περιγραφή προβλήματος
問題を詰める もんだいをつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι για την εξεύρεση λύσης σε ένα πρόβλημα
問わず とわず

άλλο

  1. 01 ανεξάρτητα από, δίχως διάκριση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη (όπως, τι, πότε, κ.λπ.)
問わず語り とわずがたり

ουσιαστικό

  1. 01 αυθόρμητη παρατήρηση, αζήτητη δήλωση
問題領域 もんだいりょういき

ουσιαστικό

  1. 01 τομέας προβλήματος
問題商法 もんだいしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές, δόλιες επιχειρηματικές πρακτικές, ανέντιμες επιχειρηματικές πρακτικές
問題債権 もんだいさいけん

ουσιαστικό

  1. 01 προβληματικά δάνεια
問合せ関数 といあわせかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση ερωτήματος
問合せ機能 といあわせきのう

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργία αναζήτησης πληροφοριών
問い合わせ言語 といあわせげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα ερωτημάτων