62 αποτελέσματα για «団»

団扇蜻蜓 うちわやんま

ουσιαστικό

  1. 01 ουτσιβαγιάνμα (είδος λιβελούλας της οικογένειας Gomphidae)
団扇虫 うちわむし

ουσιαστικό

  1. 01 μορμολύκη (είδος σκαθαριού που μοιάζει με φύλλο), σκαθάρι-φάντασμα
団体保険 だんたいほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική ασφάλιση
団菊祭 だんぎくさい

ουσιαστικό

  1. 01 παράσταση καμπούκι προς τιμήν του Νταντζούρο και του Κικουγκόρο
団地族 だんちぞく

ουσιαστικό

  1. 01 ένοικοι εργατικών πολυκατοικιών
団体著者 だんたいちょしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογικός συγγραφέας
団亀 どんがめ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική χελώνα με μαλακό καβούκι (Πελόδισκος ο σινικός), χελώνα με μαλακό καβούκι (Τριονυχίδες)
団扇撞木鮫 ウチワシュモクザメ

ουσιαστικό

  1. 01 ουτσιβασουμοκουζαμε (σφύρνα η θιβουριανή), καρχαρίας-καπέλο, καρχαρίας-φτυάρι
団扇海老 うちわえび

ουσιαστικό

  1. 01 ουτσιβαέμπι (είδος καραβίδας της οικογένειας Ibacus, κυρίως η ιαπωνική καραβίδα-βεντάλια, Ibacus ciliatus), αστακός της άμμου
団体賞与 だんたいしょうよ

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό πριμ
団扇苔 うちわごけ

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπική βρυόφιτη φτέρη (Κρεπιδιόμανης το ελάχιστο)
団栗南瓜 どんぐりかぼちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ντονγκούρι καμπότσα (κολοκύθα τύπου Cucurbita pepo var. turbinata)
団栗啄木鳥 どんぐりきつつき

ουσιαστικό

  1. 01 δρυοκολάπτης των βελανιδιών (Melanerpes formicivorus)
団体精神 だんたいせいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό πνεύμα, πνεύμα συντροφικότητας, εταιρικό πνεύμα
団体総合 だんたいそうごう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό σύνθετο (γυμναστική)
団子魚 だんごうお

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλόπτερος (Cyclopterus lumpus), κυκλοπτερίδα, ψάρι-αχινός, θαλάσσια κότα
団地間 だんちま

ουσιαστικό

  1. 01 μέγεθος ψάθας τατάμι που χρησιμοποιείται σε συγκροτήματα διαμερισμάτων (170 εκατοστά επί 85 εκατοστά)
団体信用生命保険 だんたいしんようせいめいほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική ασφάλιση ζωής δανειοληπτών, ομαδική ασφάλιση πιστωτή, ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστωτή
団信 だんしん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική ασφάλεια ζωής δανειοληπτών, ομαδική ασφάλεια ζωής πιστωτή, ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστωτή
団子状 だんごじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρικός, σε σχήμα μπάλας
  2. 02 σβώλος, μάζα, σύμπλεγμα