958 αποτελέσματα για «国»

国際問題 こくさいもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνές ζήτημα, διεθνές πρόβλημα
国名 こくめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα χώρας
国名 くにな

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα χώρας ή περιοχής που χρησιμοποιούνταν για τους ανθρώπους (στην αυλή της περιόδου Χεϊάν)
国主 こくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 βασιλιάς, μονάρχης
  2. 02 νταϊμιό με επικράτεια μίας ή περισσότερων επαρχιών (περίοδος Έντο)
国賓 こくひん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικός προσκεκλημένος
国元 くにもと

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, γενέτειρα, τόπος καταγωγής
国家権力 こっかけんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κρατική εξουσία, κυβερνητική αρχή
国教 こっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 κρατική θρησκεία, επίσημη θρησκεία, καθιερωμένη θρησκεία
国体 こくたい

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικό πολίτευμα
  2. 02 Εθνική Αθλητική Συνάντηση
国家的 こっかてき

επίθετο

  1. 01 εθνικός
国際法 こくさいほう

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνές δίκαιο, δίκαιο των εθνών
国土交通省 こくどこうつうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο υποδομών, μεταφορών και τουρισμού
国人 こくじん

ουσιαστικό

  1. 01 ιθαγενής, κάτοικος μιας χώρας
  2. 02 ντόπιος, γηγενής
  3. 03 τοπικοί άρχοντες και σαμουράι
  4. 04 νταϊμιό που δεν εγκατέλειπε τα κτήματά του για να συναντήσει τον σογκούν στο Κιότο (κατά την περίοδο Μουρομάτσι)
国家予算 こっかよさん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικός προϋπολογισμός
国柄 くにがら

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός χαρακτήρας, τοπικός χαρακτήρας
国立大学 こくりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 κρατικό πανεπιστήμιο
国民性 こくみんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός χαρακτήρας, εθνική ιδιοσυγκρασία, ο χαρακτήρας των κατοίκων ενός έθνους
国側 くにがわ

ουσιαστικό

  1. 01 κράτος
国際空港 こくさいくうこう

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνές αεροδρόμιο
国難 こくなん

ουσιαστικό

  1. 01 εθνική κρίση, εθνική καταστροφή