107 αποτελέσματα για «圧»

圧縮技術 あっしゅくぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνολογία συμπίεσης
圧抑 あつよく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλεγχος, περιορισμός, καταπίεση, καταστολή
圧し込む へしこむ

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω μέσα
圧電素子 あつでんそし

ουσιαστικό

  1. 01 πιεζοηλεκτρικό στοιχείο, πιεζοηλεκτρικός μετατροπέας, πιεζοηλεκτρική διάταξη
圧痕 あっこん

ουσιαστικό

  1. 01 αποτύπωμα, εντύπωμα
圧入 あつにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρεσαριστή εφαρμογή
圧力波 あつりょくは

ουσιαστικό

  1. 01 ωστικό κύμα
圧力団体 あつりょくだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα πίεσης, λόμπι
圧し合う へしあう

ρήμα

  1. 01 σπρώχνομαι, συνωστίζομαι
圧迫包帯 あっぱくほうたい

ουσιαστικό

  1. 01 επίδεσμος πίεσης
圧覚 あっかく

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση πίεσης
圧延鋼 あつえんこう

ουσιαστικό

  1. 01 χαλυβουργικό προϊόν έλασης
圧電 あつでん

ουσιαστικό

  1. 01 πιεζοηλεκτρικός
圧電効果 あつでんこうか

ουσιαστικό

  1. 01 πιεζοηλεκτρικό φαινόμενο
圧力容器 あつりょくようき

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο πίεσης
圧縮酸素 あっしゅくさんそ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπιεσμένο οξυγόνο
圧雪 あっせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπίεση χιονιού, συμπιεσμένο χιόνι
圧力抑制室 あつりょくよくせいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή πίεσης (πυρηνικός αντιδραστήρας), θάλαμος περιορισμού πίεσης
圧神 あっしん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση πίεσης
圧密 あつみつ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπύκνωση