54 αποτελέσματα για «埋»
埋め込みプロセッサ うめこみプロセッサ
ουσιαστικό
- 01 ενσωματωμένος επεξεργαστής
埋め字 うめじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας συμπλήρωσης
埋め草文字 うめくさもじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας συμπλήρωσης
埋設ケーブル まいせつケーブル
ουσιαστικό
- 01 υπόγειο καλώδιο
埋め茶女郎 うめちゃじょろう
ουσιαστικό
- 01 ιερόδουλη χαμηλής κατηγορίας στη Γιοσιβάρα (περίοδος Έντο)
埋茶造 うめちゃづくり
ουσιαστικό
- 01 είδος οίκου ανοχής στη Γιοσιβάρα (κατά την περίοδο Έντο)
埋み門 うずみもん
ουσιαστικό
- 01 μικρή πύλη σε τοίχο από λάσπη ή πέτρα
埋没原価 まいぼつげんか
ουσιαστικό
- 01 βυθισμένο κόστος
埋扇蟹 うもれおうぎがに
ουσιαστικό
- 01 Zosimus aeneus (είδος δηλητηριώδους κάβουρα)
埋め墓 うめばか
ουσιαστικό
- 01 τάφος ταφής, τάφος για τη σορό στο σύστημα δύο τάφων
埋蔵鉱量 まいぞうこうりょう
ουσιαστικό
- 01 αποθέματα μεταλλεύματος
埋却 まいきゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενταφιασμός, ταφή
埋葬者 まいそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ο ενταφιασμένος, το πρόσωπο που έχει ταφεί (σε τύμβο κ.ά.)
埋
- 01 θάβω
- 02 γεμίζομαι
- 03 ενσωματωμένος