157 αποτελέσματα για «売»

売春婦 ばいしゅんふ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη
売り出し中 うりだしちゅう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σε προσφορά, σε έκπτωση
  2. 02 σε άνοδο δημοτικότητας, ανερχόμενος, εκκολαπτόμενος
売っぱらう うっぱらう

ρήμα

  1. 01 ξεπουλάω, πουλάω τα πάντα
売上金 うりあげきん

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράξεις (από πώληση), έσοδα
売買契約 ばいばいけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβαση πώλησης, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο
売上高 うりあげだか

ουσιαστικό

  1. 01 πωλήσεις, ποσό πωλήσεων, έσοδα
売春宿 ばいしゅんやど

ουσιαστικό

  1. 01 πορνείο, οίκος ανοχής
売り注文 うりちゅうもん

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή πώλησης (π.χ. μετοχών)
売名 ばいめい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπροβολή
売り言葉 うりことば

ουσιαστικό

  1. 01 προκλητικά λόγια, εμπρηστικά σχόλια, λόγια που υποκινούν καυγά
売名行為 ばいめいこうい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη αυτοπροβολής, διαφημιστικό τέχνασμα
売卜 ばいぼく

ουσιαστικό

  1. 01 μαντεία (ως επάγγελμα)
売国 ばいこく

ουσιαστικό

  1. 01 προδοσία της πατρίδας, εθνική προδοσία
売却益 ばいきゃくえき

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος από πωλήσεις
売約済み ばいやくずみ

άλλο

  1. 01 πουλημένος (ήδη)
売り抜ける うりぬける

ρήμα

  1. 01 πουλάω πριν πέσει η τιμή (συνήθως για μετοχές), πουλάω με κέρδος
売り出し うりだし N1

ουσιαστικό

  1. 01 ξεπούλημα, ευκαιρία
売り時 うりどき

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη στιγμή για πώληση
売価 ばいか

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή πώλησης
売り主 うりぬし

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής, έμπορος