369 αποτελέσματα για «多»
多難 たなん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 γεμάτος δυσκολίες, πολυτάραχος
多才 たさい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολυτάλαντος
多目的ホール たもくてきホール
ουσιαστικό
- 01 αίθουσα πολλαπλών χρήσεων
多種 たしゅ
ουσιαστικό
- 01 πολλά είδη, πολλοί τύποι
多機能 たきのう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολυλειτουργικός, πολλαπλών χρήσεων
多国籍 たこくせき
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πολυεθνικός, διακρατικός
多層 たそう
ουσιαστικό
- 01 πολυστρωματικός
多産 たさん
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 γονιμότητα, η απόκτηση πολλών παιδιών
- 02 άφθονη παραγωγή
多芸 たげい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πολυμάθεια, πολυτροπία
多頭 たとう
ουσιαστικό
- 01 πολυκέφαλος
- 02 ευρείας κλίμακας (π.χ. εκτροφή)
多段 ただん
άλλο
- 01 πολυβάθμιος, κλιμακωτός
多くとも おおくとも
άλλο
- 01 το πολύ, το ανώτερο
多方面に たほうめんに
επίρρημα
- 01 σε πολλά επίπεδα
多神教 たしんきょう
ουσιαστικό
- 01 πολυθεΐα
多元 たげん
ουσιαστικό
- 01 πλουραλισμός, πολυμορφία
多趣味 たしゅみ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πολυπραγμοσύνη, ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων
多次元 たじげん
ουσιαστικό
- 01 πολυδιάστατος
多面的 ためんてき
επίθετο
- 01 πολυδιάστατος, πολύπλευρος
- 02 πολυτάλαντος, πολυσχιδής
多面体 ためんたい
ουσιαστικό
- 01 πολύεδρο
多聞 たもん
ουσιαστικό
- 01 σειρά κτισμάτων που κατασκευάζονται πάνω σε τείχος κάστρου
- 02 σειρά οικιών που περιβάλλουν μια κύρια κατοικία
- 03 διαθέτω μεγάλη γνώση για τον βουδισμό
- 04 Βαϊσραβάνα (ένας από τους Τέσσερις Ουράνιους Βασιλιάδες)