58 αποτελέσματα για «夢»

夢幻泡沫 むげんほうまつ

ουσιαστικό

  1. 01 παροδικός, εφήμερος, φευγαλέος, αναλώσιμος
夢路をたどる ゆめじをたどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ονειρεύομαι, βαδίζω στο μονοπάτι των ονείρων
夢解き ゆめとき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερμηνεία ονείρων
夢違 ゆめちがえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πράξη προσευχής ή εκτέλεσης επωδής ώστε να μην βγει αληθινό ένα κακό όνειρο
夢合わせ ゆめあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία ονείρου
夢判じ ゆめはんじ

ουσιαστικό

  1. 01 ερμηνεία ονείρων
夢見月 ゆめみづき

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτος σεληνιακός μήνας
夢巨頭 ゆめごんどう

ουσιαστικό

  1. 01 γουμεγκόντο (είδος μικρής φάλαινας, Feresa attenuata)
夢にも思わない ゆめにもおもわない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν φαντάζομαι ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα, ούτε κατά διάνοια δεν το περιμένω
夢見鳥 ゆめみどり

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλούδα
夢見がち ゆめみがち

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ονειροπόλος, αιθεροβάμων, μη ρεαλιστής, φαντασιόπληκτος
夢ハラ ゆめハラ

ουσιαστικό

  1. 01 παρενόχληση άλλων σχετικά με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους
夢の世 ゆめのよ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εφήμερος κόσμος, ετούτη η πρόσκαιρη ζωή, αυτή η ονειρική ζωή
夢女子 ゆめじょし

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που κάνει φαντασιώσεις με τους αγαπημένους της χαρακτήρες
夢遊症 むゆうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπνοβασία, υπνοβατισμός
夢遊症状 むゆうしょうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση υπνοβασίας
夢遊 むゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπνοβασία, υπνοβατισμός
  2. 02 περιπλάνηση σε όνειρο
  1. 01 όνειρο
  2. 02 όραμα
  3. 03 ψευδαίσθηση