70 αποτελέσματα για «如»
如菩薩 にょぼさつ
ουσιαστικό
- 01 συμπόνια σαν του μποντισάτβα
如意輪観音 にょいりんかんのん
ουσιαστικό
- 01 Νιοϊρίν Κάννον (εκδήλωση του Αβαλοκιτεσβάρα)
如来蔵 にょらいぞう
ουσιαστικό
- 01 νιοραϊζό (μήτρα του Τάθαγκατα, η δυνατότητα που ενυπάρχει σε όλα τα έμβια όντα να γίνουν βούδες)
如意宝珠 にょいほうじゅ
ουσιαστικό
- 01 νιοϊχότζου, πετράδι που εκπληρώνει ευχές
如法暗夜 にょほうあんや
ουσιαστικό
- 01 νιοχό ανιά, απόλυτο σκοτάδι
如是我聞 にょぜがもん
ουσιαστικό
- 01 έτσι άκουσα (φράση από τα σούτρα), αυτά έχουν ακούσει τα αυτιά μου
如何にも どうにも
επίρρημα
- 01 με κανέναν τρόπο, καθόλου
- 02 τρομερά, φοβερά, απελπιστικά
如何あっても どうあっても
άλλο
- 01 οτιδήποτε κι αν συμβεί, ανεξάρτητα από το τι, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, σε κάθε περίπτωση, με κάθε κόστος, με οποιοδήποτε τίμημα
如何とでも どうとでも
επίρρημα
- 01 με οποιονδήποτε τρόπο, με κάθε τρόπο, έτσι ή αλλιώς, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο
如実知見 にょじつちけん
ουσιαστικό
- 01 αντιλαμβάνομαι την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, αληθινή επίγνωση της πραγματικότητας
如意自在 にょいじざい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ανεμπόδιστα, με πλήρη έλεγχο, με απόλυτη ελευθερία, κατά βούληση, όπως επιθυμεί κανείς
如何に関わらず いかんにかかわらず
άλλο
- 01 ανεξάρτητα από, δίχως να λαμβάνεται υπόψη
如何にもこうにも どうにもこうにも
άλλο
- 01 με κανέναν τρόπο, καθόλου, επουδενί
如何ばかり いかばかり
επίρρημα
- 01 πόσο, σε τι βαθμό
如何にかなる どうにかなる
άλλο, ρήμα
- 01 διευθετούμαι, τακτοποιούμαι, εξελίσσομαι καλά
- 02 παραφρονώ, τρελαίνομαι
如何の斯うの どうのこうの
άλλο, επίρρημα
- 01 έτσι κι αλλιώς, το ένα ή το άλλο
如何かこうか どうかこうか
άλλο, επίρρημα
- 01 με κάποιον τρόπο, κάπως
如何か どうか
επίρρημα, ρήμα
- 01 παρακαλώ, αν θέλετε, θα σας πείραζε να
- 02 κάπως, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο
- 03 αν, κατά πόσο
- 04 περίεργος, κάτι δεν πάει καλά, κάτι δεν είναι σωστό
如才 じょさい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απροσεξία, αμέλεια, αφηρημάδα, παράλειψη
如露如電 にょろにょでん
ουσιαστικό
- 01 η ύπαρξη (όπως την αντιλαμβανόμαστε) είναι τόσο μεταβλητή και άυλη όσο η πρωινή δροσιά ή η αστραπή