42 αποτελέσματα για «姉»

姉さま あねさま

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερη αδελφή
  2. 02 νεαρή κυρία, κοπέλα
  3. 03 χάρτινη κούκλα που αναπαριστά γυναίκα με κιμονό
  1. 01 μεγαλύτερη αδελφή