49 αποτελέσματα για «威»

威部 いび

ουσιαστικό

  1. 01 ιερότατος χώρος (ενός ιερού τόπου στην Οκινάουα)
威風凛々 いふうりんりん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 επιβλητικός, μεγαλειώδης, αυταρχικός, αγέρωχος, με επιβλητικό αέρα, με μεγαλοπρεπή τρόπο
威ありて猛からず いありてたけからず

άλλο

  1. 01 επιβλητικός χωρίς να είναι αυταρχικός, το να είναι κανείς αξιοπρεπής και επιπλέον θερμός, καθιστώντας τον έτσι πράο
威儀細 いぎぼそ

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπίσημο ράσο που φοριέται κυρίως από οπαδούς του Βουδισμού της Καθαρής Χώρας
威高 いたか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικός, υπεροπτικός, εγωκεντρικός
威信財 いしんざい

ουσιαστικό

  1. 01 είδη κύρους
威力偵察 いりょくていさつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνώριση διά μάχης, αναγνωριστική επίθεση
威風堂々 いふうどうどう

ουσιαστικό

  1. 01 Πομπή και περίσταση (σειρά εμβατηρίων του Έλγκαρ)
  1. 01 εκφοβίζω
  2. 02 αξιοπρέπεια
  3. 03 μεγαλείο
  4. 04 απειλή
  5. 05 απειλώ