46 αποτελέσματα για «孤»
孤本 こほん
ουσιαστικό
- 01 μοναδικό σωζόμενο αντίτυπο, μοναδικό υπάρχον αντίγραφο
孤立牌 こりつはい
ουσιαστικό
- 01 μονό πλακίδιο, μεμονωμένο πλακίδιο τιμής, ή πλακίδιο αριθμημένης σειράς που απέχει δύο ή περισσότερες θέσεις από άλλους ολοκληρωμένους ή ατελείς συνδυασμούς
孤独恐怖症 こどくきょうふしょう
ουσιαστικό
- 01 ερημοφοβία, μονοφοβία
孤立特異点 こりつとくいてん
ουσιαστικό
- 01 μεμονωμένο ανώμαλο σημείο
孤閨 こけい
ουσιαστικό
- 01 μοναχικό κρεβάτι (παντρεμένης γυναίκας), ύπνος μόνη (ενώ ο σύζυγος λείπει)
孤
- 01 ορφανός
- 02 μόνος