52 αποτελέσματα για «守»
守戦 しゅせん
ουσιαστικό
- 01 αμυντικός πόλεμος, αμυντική μάχη, αμυντικός αγώνας
守則 しゅそく
ουσιαστικό
- 01 κώδικας, κανόνας, κανονισμός
守株 しゅしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλλειψη καινοτομίας, βλακεία
守備率 しゅびりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό αμυντικής απόδοσης
守護大名 しゅごだいみょう
ουσιαστικό
- 01 επαρχιακός στρατιωτικός διοικητής που μετατράπηκε σε νταϊμιό (περίοδος Μουρομάτσι) (διαφορετικός από τους γραφειοκράτες σούγκο της περιόδου Καμακούρα)
守り人 まもりびと
ουσιαστικό
- 01 φύλακας, φρουρός
守護人 しゅごにん
ουσιαστικό
- 01 φύλακας, προστάτης
守旧派 しゅきゅうは
ουσιαστικό
- 01 συντηρητικοί, παλαιά φρουρά
守備位置 しゅびいち
ουσιαστικό
- 01 θέση άμυνας
守り手 まもりて
ουσιαστικό
- 01 φύλακας, επιμελητής, προστάτης
- 02 φρουρά, επόπτης, σκοπιά, σκοπός
守一 しゅいつ
ουσιαστικό
- 01 σουίτσι, φύλαξη του ενός, ταοϊστική διαλογιστική πρακτική συγκέντρωσης του νου για την ένωση σώματος και πνεύματος
守
- 01 φυλάω, φρουρώ
- 02 προστατεύω
- 03 υπερασπίζομαι, αμύνομαι
- 04 υπακούω