114 αποτελέσματα για «完»
完全コピー かんぜんコピー
ουσιαστικό
- 01 ακριβές αντίγραφο
完訳 かんやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης μετάφραση
完本 かんぽん
ουσιαστικό
- 01 πλήρης σειρά (βιβλίων)
完全主義者 かんぜんしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 τελειομανής
完全主義 かんぜんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 τελειομανία
完全数 かんぜんすう
ουσιαστικό
- 01 τέλειος αριθμός
完全寛解 かんぜんかんかい
ουσιαστικό
- 01 πλήρης ύφεση
完納 かんのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης εξόφληση ή παράδοση
完全雇用 かんぜんこよう
ουσιαστικό
- 01 πλήρης απασχόληση
完全対応 かんぜんたいおう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης υποστήριξη
完読 かんどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ολοκλήρωση ανάγνωσης, διάβασμα μέχρι το τέλος
完工 かんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ολοκλήρωση κατασκευαστικού έργου, αποπεράτωση κτιρίου
完全変態 かんぜんへんたい
ουσιαστικό
- 01 πλήρης μεταμόρφωση, ολομεταβολία
完全歩合制 かんぜんぶあいせい
ουσιαστικό
- 01 αποδοχές αποκλειστικά με προμήθεια (π.χ. από πωλήσεις)
完全子会社 かんぜんこがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 πλήρως ελεγχόμενη θυγατρική εταιρεία
完飲 かんいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατανάλωση όλου του περιεχομένου (ενός ποτηριού κ.λπ.)
完新世 かんしんせい
ουσιαστικό
- 01 ολοκαίνιος εποχή
完了メール かんりょうメール
ουσιαστικό
- 01 e-mail επιβεβαίωσης (κατά την ολοκλήρωση μιας κράτησης, παραγγελίας κ.λπ.)
完全菜食主義者 かんぜんさいしょくしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυστηρά χορτοφάγος
完全互換 かんぜんごかん
ουσιαστικό
- 01 πλήρως συμβατός