84 αποτελέσματα για «宿»

宿駅 しゅくえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός αναμετάδοσης, ταχυδρομικός σταθμός, σταθμός αλλαγής αλόγων
宿泊券 しゅくはくけん

ουσιαστικό

  1. 01 κουπόνι διαμονής, voucher ξενοδοχείου
宿坊 しゅくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλυμα σε ναό (για επισκέπτες μοναχούς ή προσκυνητές), ξενώνας ναού
  2. 02 μοναστικά καταλύματα
宿痾 しゅくあ

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνια νόσος, χρόνια πάθηση
宿怨 しゅくえん

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά έχθρα, παλιός λογαριασμός
宿泊料金 しゅくはくりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος διαμονής, τέλη διαμονής, χρεώσεις διαμονής
宿酔 しゅくすい

ουσιαστικό

  1. 01 μέθη, hangover
宿星 しゅくせい

ουσιαστικό

  1. 01 αστέρι της μοίρας, ζώδιο
宿望 しゅくぼう

ουσιαστικό

  1. 01 διακαής πόθος, επιθυμία καρδιάς
宿六 やどろく

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος
宿禰 すくね

ουσιαστικό

  1. 01 άρχοντας (τίτλος σεβασμού για ευγενείς κ.λπ.)
  2. 02 Σουκούνε (ο τρίτος υψηλότερος από τους οκτώ κληρονομικούς τίτλους)
宿料 しゅくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαμονής
宿下がり やどさがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή άδεια υπηρέτη
宿世 しゅくせ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη ζωή
宿泊研修 しゅくはくけんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτική κατασκήνωση, εκπαιδευτικό σεμινάριο με διαμονή εκτός πανεπιστημιούπολης
宿泊設備 しゅくはくせつび

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλυμα
宿志 しゅくし

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιός πόθος, η επιθυμία της καρδιάς κάποιου
宿替え やどがえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετακόμιση
宿命論者 しゅくめいろんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μοιρολάτρης
宿命論 しゅくめいろん

ουσιαστικό

  1. 01 μοιρολατρία