112 αποτελέσματα για «寒»

寒冷紗 かんれいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σανλίδι, γάζα τυροκομίας
寒桜 かんざくら

ουσιαστικό

  1. 01 κανζακούρα, είδος κερασιάς που ανθίζει τον χειμώνα
  2. 02 κινεζική πρίμουλα (Primula sinensis)
寒の戻り かんのもどり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή της παγωνιάς του χειμώνα, κρύο διάστημα κατά την άνοιξη
寒暖差アレルギー かんだんさアレルギー

ουσιαστικό

  1. 01 μη αλλεργική (αγγειοκινητική) ρινίτιδα που προκαλείται από ξαφνική αλλαγή της θερμοκρασίας
寒蝉 かんぜみ

ουσιαστικό

  1. 01 τζιτζίκια που κελαηδούν στο τέλος του φθινοπώρου
寒行 かんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή πνευματική άσκηση
寒露 かんろ

ουσιαστικό

  1. 01 κανρό, δροσιά του ύστερου φθινοπώρου ή του πρώιμου χειμώνα
  2. 02 κανρό, ηλιακή περίοδος της ψυχρής δροσιάς (περίπου 8 Οκτωβρίου)
寒雀 かんすずめ

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινός σπουργίτης (λέγεται ότι είναι νόστιμος και έχει θεραπευτικές ιδιότητες), σπουργίτης τον χειμώνα
寒緋桜 かんひざくら

ουσιαστικό

  1. 01 κανχιζακούρα (είδος κερασιάς, Prunus campanulata), κερασιά του χειμώνα
寒雨 かんう

ουσιαστικό

  1. 01 παγωμένη χειμερινή βροχή
寒水 かんすい

ουσιαστικό

  1. 01 κρύο νερό
  2. 02 νερό κατά τη διάρκεια του χειμώνα
寒紅梅 かんこうばい

ουσιαστικό

  1. 01 χειμωνιάτικη δαμασκηνιά με κοκκινωπά άνθη
寒苦 かんく

ουσιαστικό

  1. 01 βάσανο που προκαλείται από το κρύο
寒帯前線ジェット気流 かんたいぜんせんジェットきりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πολική μετωπική αεροχείμαρρος
寒餅 かんもち

ουσιαστικό

  1. 01 μότσι που παρασκευάζεται τον χειμώνα
寒造り かんづくり

ουσιαστικό

  1. 01 παραγόμενος τον χειμώνα (σάκε)
寒天培地 かんてんばいち

ουσιαστικό

  1. 01 άγαρ θρεπτικού υλικού
寒雷 かんらい

ουσιαστικό

  1. 01 χειμωνιάτικη βροντή, καταιγίδα που συνοδεύει ψυχρό μέτωπο
寒の入り かんのいり

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη της περιόδου του βαθιού χειμώνα
寒鰤 かんぶり

ουσιαστικό

  1. 01 μαγιάτικο που αλιεύεται κατά την ψυχρή περίοδο, κρύο μαγιάτικο