45 αποτελέσματα για «寸»
寸旁 すんづくり
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό σουν (ίντσα) στη δεξιά πλευρά (ριζικό 41)
寸法記入 すんぽうきにゅう
ουσιαστικό
- 01 διαστασιολόγηση
寸鉄人を殺す すんてつひとをころす
άλλο, ρήμα
- 01 απευθύνω ένα καυστικό σχόλιο, σκοτώνω κάποιον με μια μικρή λεπίδα
寸門多羅 すもたら
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία θυμιάματος που χρησιμοποιείται στο κόντο (προέρχεται αρχικά από τη Σουμάτρα)
寸
- 01 μονάδα μέτρησης
- 02 το ένα δέκατο του σάκου
- 03 λίγο
- 04 μικρός