52 αποτελέσματα για «封»

封状 ふうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγισμένη επιστολή
封臣 ほうしん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελής, φεουδάρχης
封建国家 ほうけんこっか

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδαρχικό κράτος
封鎖経済 ふうさけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστή οικονομία
封建領主 ほうけんりょうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φεουδάρχης
封水 ふうすい

ουσιαστικό

  1. 01 νερό στεγανοποίησης, υδατοστεγανή θυρίδα
封入体 ふうにゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλειστο σωμάτιο, εγκλειστικό σωμάτιο
封豕長蛇 ほうしちょうだ

ουσιαστικό

  1. 01 άπληστος και σκληρός, μεγάλος αγριόχοιρος και μακρύ φίδι
封じ袋 ふうじぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 φάκελος
封じ文 ふうじぶみ

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγισμένη επιστολή
封じ ふうじ

ουσιαστικό

  1. 01 σφράγισμα (απομάκρυνσης), περιορισμός, καταστολή, φυλαχτό κατά, ξόρκι κατά
  2. 02 σφραγίδα, σημείο όπου κάτι είναι σφραγισμένο, κόλληση (φακέλου)
  1. 01 σφραγίζω
  2. 02 κλείνω