55 αποτελέσματα για «射»

射撃禁止地域 しゃげききんしちいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή απαγόρευσης πυρός
射利心 しゃりしん

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπικό πνεύμα, διάθεση προσανατολισμένη στο κέρδος
射損なう いそこなう

ρήμα

  1. 01 αστοχώ στη βολή, χάνω τον στόχο
射干玉鳥 ぬばたまどり

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
射撃孔 しゃげきこう

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμίστρα, σχισμή βέλους, θυρίδα τυφεκιοφόρου
射翳 まぶし

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιο κάλυμμα κυνηγιού, αναμονή σε αυτοσχέδιο κάλυμμα κυνηγιού
  2. 02 ενέδρα, στρατεύματα σε ενέδρα
射影加群 しゃえいかぐん

ουσιαστικό

  1. 01 προβολικό πρότυπο
射倖契約 しゃこうけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό συμβόλαιο
射出成形 しゃしゅつせいけい

ουσιαστικό

  1. 01 εγχυτομόρφωση, χύτευση με έγχυση
射線 しゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή πυρός (όπλου)
射光 しゃこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακτινοβολία (φωτός), λάμψη, φέγγος
射撃会 しゃげきかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση σκοποβολής
射精る でる

ρήμα

  1. 01 εκσπερματώνω
射点 しゃてん

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο εκτόξευσης (π.χ. για πυραύλους ή τορπίλες), σημείο εκτόξευσης, σημείο βολής
  1. 01 πυροβολώ, ρίχνω, τοξεύω
  2. 02 φωτίζω μέσα σε
  3. 03 πάνω σε
  4. 04 τοξοβολία