44 αποτελέσματα για «導»
導尿 どうにょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθετηριασμός ουρήθρας, αποστράγγιση ούρων
導坑 どうこう
ουσιαστικό
- 01 βοηθητική σήραγγα
導流帯 どうりゅうたい
ουσιαστικό
- 01 τμήμα οδοστρώματος με διαγώνιες λευκές διαγραμμίσεις για την κατεύθυνση της κυκλοφορίας
導
- 01 καθοδήγηση
- 02 καθοδήγηση, ηγεσία
- 03 διαγωγή, συμπεριφορά, διεύθυνση, διεξαγωγή
- 04 οδηγώ, συνοδεύω