113 αποτελέσματα για «少»

少年法 しょうねんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ανηλίκων
少年団 しょうねんだん

ουσιαστικό

  1. 01 προσκοπική ομάδα
少女小説 しょうじょしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστόρημα για νεαρές κοπέλες
少年犯罪 しょうねんはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 νεανική παραβατικότητα, εγκληματικότητα ανηλίκων
少年課 しょうねんか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα ανηλίκων (της αστυνομίας), γραφείο ανηλίκων
少数者 しょうすうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 η μειοψηφία
少林寺拳法 しょうりんじけんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 σορίντζι κέμπο (σύγχρονη ιαπωνική πολεμική τέχνη βασισμένη στο κουνγκ φου των Σαολίν)
少子化対策 しょうしかたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας
少しも気にならない すこしもきにならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δε με νοιάζει καθόλου, δεν έχω την παραμικρή αντίρρηση, δεν με απασχολεί καθόλου
少年ジャンプ しょうねんジャンプ

ουσιαστικό

  1. 01 Σόνεν Τζαμπ (εβδομαδιαίο περιοδικό)
少数意見 しょうすういけん

ουσιαστικό

  1. 01 μειοψηφική άποψη
少年愛 しょうねんあい

ουσιαστικό

  1. 01 παιδεραστία, έρωτας μεταξύ αγοριών
  2. 02 σόνεν-άι (υποείδος μάνγκα που απεικονίζει ρομαντικές σχέσεις μεταξύ αγοριών), έρωτας αγοριών
少納言 しょうなごん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός σύμβουλος του κράτους, υποδεέστερος σύμβουλος του κράτους
少年刑務所 しょうねんけいむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή ανηλίκων, σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων
少子 しょうし

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός αριθμός παιδιών (ανά οικογένεια), τεκνογονία περιορισμένου αριθμού παιδιών
  2. 02 βενιαμίν (το νεότερο παιδί της οικογένειας)
少林拳 しょうりんけん

ουσιαστικό

  1. 01 σαολίν κουνγκ φου
少壮気鋭 しょうそうきえい

ουσιαστικό

  1. 01 νέος και γεμάτος ενέργεια, ανερχόμενος
少年鑑別所 しょうねんかんべつしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο αξιολόγησης ανηλίκων, σωφρονιστικό ίδρυμα ανηλίκων
少領 しょうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή περιοχή, περιορισμένη εδαφική επικράτεια
  2. 02 βοηθός διοικητή επαρχίας (σύστημα ριτσουριό)
少額訴訟 しょうがくそしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγή μικροδιαφορών