70 αποτελέσματα για «尻»

尻の毛まで抜かれる けつのけまでぬかれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω μέχρι και το τελευταίο μου ευρώ, με ξεζουμίζουν οικονομικά μέχρι δεκάρας
尻っぽ しりっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά, πίσω άκρη
  2. 02 ουρά, οπίσθια πλευρά
尻に帆かける しりにほかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 φεύγω άρον άρον, το βάζω στα πόδια, τρέχω να σωθώ
尻バット けつバット

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα στα οπίσθια με ρόπαλο του μπέιζμπολ
尻の軽い女 しりのかるいおんな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ανήθικη γυναίκα, εύκολη γυναίκα
尻が重い しりがおもい

άλλο, επίθετο

  1. 01 τεμπέλης, νωθρός, απρόθυμος να σηκωθεί
  2. 02 αδέξιος
尻当て しりあて

ουσιαστικό

  1. 01 ενίσχυση στο κάθισμα του παντελονιού
尻下がり しりさがり

ουσιαστικό

  1. 01 κατιούσα επιτονιστική διακύμανση, πτώση του τόνου στο τέλος της λέξης ή της φράσης
  2. 02 καθοδική τάση, φθίνουσα πορεία
尻端折り しりはしょり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασήκωμα του ποδόγυρου του ενδύματος
尻ぺんぺん しりぺんぺん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χτύπημα στα οπίσθια, σφαλιάρισμα στα οπίσθια
尻抜け しりぬけ

ουσιαστικό

  1. 01 αμνησία, ξεχασιά, ημιτελής ολοκλήρωση εργασιών
尻重 しりおも

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τεμπέλης, νωθρός, αργοκίνητος
尻隠し しりかくし

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρυψη σφαλμάτων (ή παραπτωμάτων κ.λπ.)
  2. 02 πίσω τσέπη
尻がこそばゆい しりがこそばゆい

άλλο, επίθετο

  1. 01 νιώθω ανήσυχος, νιώθω άβολα
尻毛を抜く しりげをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αιφνιδιάζω κάποιον, τρομάζω κάποιον, βγάζω τις τρίχες από τα οπίσθια κάποιου
尻を持ち込む しりをもちこむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 απευθύνω παράπονο σε κάποιον (που είναι υπεύθυνος για το πρόβλημα)
尻っ端折り しりっぱしょり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασήκωμα του στριφώματος του ενδύματος
尻かっちん けつかっちん

ουσιαστικό

  1. 01 προθεσμία (ειδικότερα στον κλάδο του θεάματος), προκαθορισμένη ώρα λήξης
尻癖 しりくせ

ουσιαστικό

  1. 01 ακράτεια, ανηθικότητα
尻座 こうざ

ουσιαστικό

  1. 01 καθισμένος στα γόνατα (σε στάση κουκουβάγιας)