57 αποτελέσματα για «局»
局所モデリング変換 きょくしょモデリングへんかん
ουσιαστικό
- 01 τοπικός μετασχηματισμός μοντελοποίησης
局所線形計画法 きょくしょせんけいけいかくほう
ουσιαστικό
- 01 τοπικός γραμμικός προγραμματισμός
局所的試験法 きょくしょてきしけんほう
ουσιαστικό
- 01 τοπικές μέθοδοι δοκιμών
局所要素 きょくしょようそ
ουσιαστικό
- 01 τοπική οντότητα
局内クロストーク きょくないクロストーク
ουσιαστικό
- 01 εσωτερική διαφωνία (στο πλαίσιο ενός οργανισμού ή τμήματος), διασταυρούμενη επικοινωνία εντός του οργανισμού
局紙 きょくし
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική περγαμηνή
局部床義歯 きょくぶしょうぎし
ουσιαστικό
- 01 μερική οδοντοστοιχία
局部恒星系 きょくぶこうせいけい
ουσιαστικό
- 01 τοπικό αστρικό σύστημα
局方品 きょくほうひん
ουσιαστικό
- 01 φάρμακο που περιλαμβάνεται στην Ιαπωνική Φαρμακοποιία
局所密度近似 きょくしょみつどきんじ
ουσιαστικό
- 01 προσέγγιση τοπικής πυκνότητας, LDA
局在基底 きょくざいきてい
ουσιαστικό
- 01 τοπική βάση, εντοπισμένη βάση
局内 きょくない
ουσιαστικό
- 01 εντός του γραφείου (υπηρεσίας, τμήματος κ.λπ.)
局外中立主義 きょくがいちゅうりつしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 ουδετερότητα
局所銀河群 きょくしょぎんがぐん
ουσιαστικό
- 01 τοπική ομάδα (γαλαξιών)
局部銀河群 きょくぶぎんがぐん
ουσιαστικό
- 01 τοπική ομάδα (γαλαξιών)
局所時 きょくしょじ
ουσιαστικό
- 01 τοπικός χρόνος (στη θεωρία της σχετικότητας)
局
- 01 γραφείο
- 02 συμβούλιο, επιτροπή
- 03 γραφείο
- 04 υπόθεση
- 05 συμπέρασμα
- 06 κυρία της αυλής
- 07 κυρία επί των τιμών
- 08 το διαμέρισμά της