42 αποτελέσματα για «屈»

屈流性 くつりゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ρεοτροπισμός
  1. 01 υποχωρώ, ενδίδω
  2. 02 κάμπτω, λυγίζω
  3. 03 συσπώμαι, διστάζω
  4. 04 υποκύπτω, υποτάσσομαι