50 αποτελέσματα για «屋»

屋前 やど

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από την εξώπορτα του σπιτιού κάποιου
屋根替え やねがえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση αχυρένιας στέγης, αντικατάσταση στέγης
屋久種子五葉 やくたねごよう

ουσιαστικό

  1. 01 πεύκη του Αμάμι (Pinus amamiana), λευκή πεύκη της Γιακουσίμα
屋外プール おくがいプール

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική πισίνα
屋上緑化 おくじょうりょくか

ουσιαστικό

  1. 01 πρασίνισμα ταρατσών, φύτευση δωμάτων, δημιουργία κήπων σε ταράτσες
屋烏 おくう

ουσιαστικό

  1. 01 κοράκι που κάθεται σε στέγη
屋台村 やたいむら

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρότημα από υπαίθριους πάγκους φαγητού
屋根馬 やねうま

ουσιαστικό

  1. 01 βάση στήριξης κεραίας τηλεόρασης στην στέγη
屋敷内 やしきない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του κτήματος (αρχοντικού ή έπαυλης), μέσα στους χώρους μιας κατοικίας
  1. 01 στέγη
  2. 02 σπίτι, οικία
  3. 03 κατάστημα, μαγαζί
  4. 04 έμπορος, αντιπρόσωπος
  5. 05 πωλητής