45 αποτελέσματα για «属»
属具 ぞくぐ
ουσιαστικό
- 01 εξάρτημα που προσαρτάται σε κάτι (π.χ. πυροσβεστήρας σε σκάφος), αξεσουάρ, συσκευή
属人法 ぞくじんほう
ουσιαστικό
- 01 δίκαιο της χώρας όπου ένα πρόσωπο διαμένει μόνιμα ή της οποίας είναι υπήκοος, δίκαιο εφαρμοστέο σε ένα πρόσωπο ή στα νομικά προβλήματα ενός προσώπου
属七 ぞくしち
ουσιαστικό
- 01 δεσπόζουσα συγχορδία εβδόμης
属国化 ぞっこくか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπαγωγή σε καθεστώς υποτελούς κράτους, μετατροπή σε υποτελές κράτος
属
- 01 ανήκω
- 02 γένος
- 03 υφιστάμενος υπάλληλος
- 04 θυγατρικός