95 αποτελέσματα για «川»

川漁 かわりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποταμίσιος ψαράς
川洲 かわす

ουσιαστικό

  1. 01 αμμονησίδα σε ποτάμι
川止め かわどめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή πορθμειακής γραμμής λόγω υψηλής στάθμης του ποταμού
川越え かわごえ

ουσιαστικό

  1. 01 διάσχιση ποταμού
川伝い かわづたい

ουσιαστικό

  1. 01 ακολουθώντας το ποτάμι, κατά μήκος της κοίτης του ποταμού
川村学園女子大学 かわむらがくえんじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Πανεπιστήμιο Καβαμούρα Γκακουέν
川竹 かわたけ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού που αναπτύσσεται στην όχθη ποταμού
  2. 02 ιαπωνικό ξυλώδες μπαμπού (Phyllostachys bambusoides), γιγάντιο ξυλώδες μπαμπού, μαντάκε
  3. 03 μπαμπού του Σάιμον (Pleioblastus simonii)
  4. 04 ιερόδουλη, η ζωή μιας ιερόδουλης
川向かい かわむかい

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι όχθη ποταμού
川施餓鬼 かわせがき

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική τελετή στη μνήμη όσων πνίγηκαν σε ποτάμι, προσφορά σε βασανισμένα πνεύματα στο ποτάμι
川の幸 かわのさち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αλιεύματα του ποταμού, προϊόντα του ποταμού, καρποί του ποταμού
川崎病 かわさきびょう

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος Καβασάκι, σύνδρομο βλεννογονοδερματικών λεμφαδένων, MCLS
川鵜 かわう

ουσιαστικό

  1. 01 κορμοράνος (Phalacrocorax carbo)
川原毛 かわらげ

ουσιαστικό

  1. 01 καφεκίτρινος (χρώμα αλόγου)
川千鳥 かわちどり

ουσιαστικό

  1. 01 καβατσιντόρι, πλουβίο που ζει κοντά σε ποτάμι
川崎医科大学 かわさきいかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο Καβασάκι
川敷 かわしき

ουσιαστικό

  1. 01 παρόχθια πεδιάδα, κοίτη ποταμού
川緑 かわみどり

ουσιαστικό

  1. 01 αγαστάχη η ρυτιδώδης (φυτό), ινδική μέντα
川越芋 かわごえいも

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία γλυκοπατάτας με κόκκινη φλούδα και γλυκιά κίτρινη σάρκα (προϊόν της περιοχής Καβαγκόε)
川鼠 かわねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός υδρόβιος μυγαλή (Chimarrogale platycephala)
川蜻蛉 かわとんぼ

ουσιαστικό

  1. 01 καβαντόμπο, είδος λιβελλούλας με πλατιά φτερά (της οικογένειας Calopterygidae)