51 αποτελέσματα για «巡»

巡見使 じゅんけんし

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδεύοντες επιθεωρητές που αποστέλλονταν από τον σογκούν κατά την περίοδο Έντο
巡回診療所 じゅんかいしんりょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κινητή ιατρική μονάδα, περιοδεύον ιατρείο
巡回裁判所 じゅんかいさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδεύον δικαστήριο
巡回セールスマンの問題 じゅんかいセールスマンのもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα του περιοδεύοντος πωλητή, TSP
巡回ポーリング じゅんかいポーリング

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλική δημοσκόπηση
巡回冗長検査 じゅんかいじょうちょうけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλικός έλεγχος πλεονασμού, CRC
巡航客船 じゅんこうきゃくせん

ουσιαστικό

  1. 01 κρουαζιερόπλοιο
巡回群 じゅんかいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλική ομάδα
巡回連絡カード じゅんかいれんらくカード

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο αστυνομικής επικοινωνίας, εθελοντικό έντυπο στο οποίο συμπληρώνονται τα στοιχεία επικοινωνίας κάποιου για χρήση από την αστυνομία σε περιπτώσεις ανάγκης κ.λπ.
巡回連絡 じゅんかいれんらく

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' οίκον επισκέψεις αστυνομικών στη γειτονιά
  1. 01 περιπολώ
  2. 02 κάνω τον γύρο, κυκλοφορώ
  3. 03 περιφέρεια