49 αποτελέσματα για «布»
布袋蘭 ほていらん
ουσιαστικό
- 01 χοτέιραν (είδος ορχιδέας, Calypso bulbosa, ειδικότερα η ποικιλία Calypso bulbosa var. speciosa)
布衣始 ほういはじめ
ουσιαστικό
- 01 τελετή κατά την οποία ένας παραιτημένος αυτοκράτορας φορά για πρώτη φορά άτυπα ενδύματα της αυλής (δηλαδή καριγκίνου και εμπόσι)
布団かご ふとんかご
ουσιαστικό
- 01 συρματοκιβώτιο (gabion), συρμάτινο πλαίσιο γεμάτο με πέτρες
布局 ふきょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνθεση, διάταξη
- 02 διάταξη (των κομματιών του σόγκι πάνω στη σκακιέρα)
布袋竹 ほていちく
ουσιαστικό
- 01 χότει τσίκου, ποικιλία μπαμπού με κιτρινωπό χρώμα (Phyllostachys aurea)
布 ふ
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα
布基礎 ぬのきそ
ουσιαστικό
- 01 επιφανειακή θεμελίωση, συνεχή θεμελίωση, συνεχές πέδιλο
布団たたき ふとんたたき
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα του φουτόν (για την απομάκρυνση της σκόνης και τον αερισμό του)
- 02 τινάχτης για φουτόν, τινάχτης για χαλιά
布
- 01 λινάρι
- 02 ύφασμα, πανί
- 03 απλώνω
- 04 διανέμω, μοιράζω