52 αποτελέσματα για «希»
希図 きと
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ελπιδοφόρος σχεδιασμός
希元素 きげんそ
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο στοιχείο
希釈熱 きしゃくねつ
ουσιαστικό
- 01 θερμότητα αραίωσης
希代未聞 きたいみもん
ουσιαστικό
- 01 πρωτάκουστος, απαράμιλλος
希ガス類 きガスるい
ουσιαστικό
- 01 ευγενή αέρια, σπάνια αέρια
希酸 きさん
ουσιαστικό
- 01 αραιό οξύ
希望条件 きぼうじょうけん
ουσιαστικό
- 01 προτιμώμενοι όροι, επιθυμητές προϋποθέσεις
希少品 きしょうひん
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο αντικείμενο, σπάνιο είδος, σπανιότητα
希薄燃焼 きはくねんしょう
ουσιαστικό
- 01 φτωχό μείγμα
希少元素 きしょうげんそ
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο στοιχείο
希産種 きさんしゅ
ουσιαστικό
- 01 σπάνιο είδος
希
- 01 ελπίζω
- 02 ικετεύω, παρακαλώ
- 03 ζητώ, αιτούμαι
- 04 προσεύχομαι
- 05 ικετεύω, παρακαλώ
- 06 Ελλάδα
- 07 αραιώνω (οξύ)
- 08 σπάνιος
- 09 λίγοι
- 10 φαινομενικός, εντυπωσιακός