63 αποτελέσματα για «干»
干しナマコ ほしナマコ
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένο ολοθούριο, αποξηραμένο αγγούρι της θάλασσας
干し殺す ほしころす
ρήμα
- 01 πεθαίνω κάποιον από την πείνα
干拓地 かんたくち
ουσιαστικό
- 01 επανακτημένη γη
干戈を動かす かんかをうごかす
άλλο, ρήμα
- 01 αρχίζω εχθροπραξίες, πιάνω τα όπλα, κηρύττω πόλεμο
干潮線 かんちょうせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή χαμηλής στάθμης, γραμμή παλίρροιας, όριο αμπώτιδας
干渉法 かんしょうほう
ουσιαστικό
- 01 συμβολομετρία
干渉的 かんしょうてき
επίθετο
- 01 συνεκτικός, συνεπακόλουθος
- 02 παρεμβατικός, ενοχλητικός, αδιάκριτος
干海老 ほしえび
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένη γαρίδα
干し鱈 ほしだら
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένος μπακαλιάρος
干し李 ほしすもも
ουσιαστικό
- 01 δαμάσκηνο
干割れ ひわれ
ουσιαστικό
- 01 ξήρανση και ράγισμα
干戈を交える かんかをまじえる
άλλο, ρήμα
- 01 ανοίγω εχθροπραξίες, βρίσκομαι σε πόλεμο
干天慈雨 かんてんじう
ουσιαστικό
- 01 ευπρόσδεκτη βροχή σε περίοδο ξηρασίας, εκπλήρωση κάτι που αναμενόταν με ανυπομονησία, μια ευχάριστη ανακούφιση
干渉信号 かんしょうしんごう
ουσιαστικό
- 01 σήμα παρεμβολής
干渉電力 かんしょうでんりょく
ουσιαστικό
- 01 ισχύς παρεμβολής
干潟星雲 ひがたせいうん
ουσιαστικό
- 01 νεφέλωμα της Λιμνοθάλασσας
干菜汁 ほしなじる
ουσιαστικό
- 01 σούπα από αποξηραμένα χόρτα (χοσινατζίρου)
干菜湯 ほしなゆ
ουσιαστικό
- 01 λουτρό με αποξηραμένα φύλλα (κυρίως από δάικον και γογγύλι)
干死ぬ ひしぬ
ρήμα
- 01 πεθαίνω από την πείνα
干し物綱 ほしものづな
ουσιαστικό
- 01 σχοινί απλώματος ρούχων