53 αποτελέσματα για «床»

床虱 とこじらみ

ουσιαστικό

  1. 01 κοριός (Cimex lectularius), κοριός
床榻 しょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 κρεβάτι, κάθισμα, παγκάκι
床敷 とこしき

ουσιαστικό

  1. 01 στρωμνή ζώων, άμμος που ρίχνεται στα καταστρώματα των πλοίων, οποιοδήποτε είδος επικάλυψης δαπέδου
床板珊瑚 しょうばんさんご

ουσιαστικό

  1. 01 ταμπουλατοειδές κοράλλι (εξαφανισμένο κοράλλι της τάξης Tabulata)
床板珊瑚類 しょうばんさんごるい

ουσιαστικό

  1. 01 σομπανσανγκόρουι, εξαφανισμένα κοράλλια της τάξης Tabulata
床子 しょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός πάγκος
床の海 とこのうみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κρεβάτι βρεγμένο από δάκρυα
床関数 ゆかかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση δαπέδου
床本 ゆかほん

ουσιαστικό

  1. 01 γιουκαχόν, βιβλία με μεγάλα γράμματα τοποθετημένα στο πάτωμα για να διαβάζει από αυτά ο αφηγητής στο τζόρουρι και στο μπουνράκου
床拭きロボット ゆかふきロボット

ουσιαστικό

  1. 01 ρομπότ σφουγγαρίσματος
床頭台 しょうとうだい

ουσιαστικό

  1. 01 κομοδίνο (σε νοσοκομείο, γηροκομείο κ.λπ.), τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι
床頭 しょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλα στο κρεβάτι
  1. 01 κρεβάτι
  2. 02 λέξη μέτρησης για κρεβάτια
  3. 03 πάτωμα
  4. 04 επένδυση, γέμισμα
  5. 05 τατάμι