83 αποτελέσματα για «延»

延文 えんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Ενμπούν (της Βόρειας Αυλής· 28/3/1356-29/3/1361)
延滞利息 えんたいりそく

ουσιαστικό

  1. 01 τόκος υπερημερίας
延べ金 のべがね

ουσιαστικό

  1. 01 έλασμα μετάλλου, στιλέτο, σπαθί
延滞税 えんたいぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόροι σε καθυστέρηση, εκπρόθεσμος φόρος, φόρος λόγω καθυστέρησης πληρωμής
延縄漁 はえなわりょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγαδιά
延慶 えんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Ενγκιό εποχή (9 Οκτωβρίου 1308 - 28 Απριλίου 1311), Ενκέι εποχή
延応 えんおう

ουσιαστικό

  1. 01 Ενό, περίοδος της ιαπωνικής ιστορίας (από τις 7 Φεβρουαρίου 1239 έως τις 16 Ιουλίου 1240)
延久 えんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ενκίου, περίοδος της ιαπωνικής ιστορίας (13 Απριλίου 1069 - 23 Αυγούστου 1074)
延齢草 えんれいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ενρεϊσό (είδος τριλλίου)
延納 えんのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναβολή πληρωμής
延徳 えんとく

ουσιαστικό

  1. 01 Εντόκου, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (21 Αυγούστου 1489 - 19 Ιουλίου 1492)
延会 えんかい

ουσιαστικό

  1. 01 αναβολή συνάντησης
延鉄 のべかね

ουσιαστικό

  1. 01 σίδηρος με περιεκτικότητα σε άνθρακα μικρότερη από 0,04%
延べ時間 のべじかん

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικές εργατοώρες, συνολικός χρόνος
延命息災 えんめいそくさい

ουσιαστικό

  1. 01 υγεία και μακροζωία, η απόλαυση μιας μακράς και υγιούς ζωής χωρίς την επίδραση συμφορών
延べ日数 のべにっすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικές ημέρες
延べ人員 のべじんいん

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός αριθμός ανθρωποημερών
  2. 02 συνολικός αριθμός ατόμων (προσωπικό, επιβάτες κ.λπ.)
延べ床面積 のべゆかめんせき

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό εμβαδόν δαπέδου
延べ坪 のべつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική επιφάνεια δαπέδων (συμπεριλαμβανομένων όλων των ορόφων)
延べ坪数 のべつぼすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό εμβαδόν ορόφων