44 αποτελέσματα για «弓»

弓錐 ゆみぎり

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοτρύπανο
弓道場 きゅうどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κιουντόντοτζο, σκοπευτήριο για τοξοβολία κιουντό
弓騎兵 きゅうきへい

ουσιαστικό

  1. 01 έφιππος τοξότης
  1. 01 τόξο
  2. 02 τόξο, δοξάρι