44 αποτελέσματα για «張»
張り腰 ハリコシ
ουσιαστικό
- 01 δύναμη και ελαστικότητα της τρίχας
張り物 はりもの
ουσιαστικό
- 01 στέγνωμα πλυμένων και κολλαρισμένων ρούχων με τέντωμα
- 02 θεατρικό σκηνικό αντικείμενο από χαρτί πάνω σε ξύλινο σκελετό (για δέντρα, βράχους, κ.ά.)
張り綱 はりづな
ουσιαστικό
- 01 τεντωμένο σχοινί, σχοινί υπό τάση
- 02 καθοδηγητικό σχοινί (προσαρμοσμένο στο χαλινάρι του αλόγου)
張
- 01 μονάδα μέτρησης (για τόξα και έγχορδα όργανα)
- 02 τεντώνω
- 03 απλώνω
- 04 στήνω (σκηνή)