126 αποτελέσματα για «形»
形容しようのない けいようしようのない
άλλο, επίθετο
- 01 ανέκφραστος, που δεν περιγράφεται με λόγια
形而下 けいじか
ουσιαστικό
- 01 υλικός, απτός
形式論理 けいしきろんり
ουσιαστικό
- 01 τυπική λογική
形式論理学 けいしきろんりがく
ουσιαστικό
- 01 τυπική λογική
形成外科 けいせいげか
ουσιαστικό
- 01 πλαστική χειρουργική, επανορθωτική χειρουργική, αισθητική χειρουργική
形態学 けいたいがく
ουσιαστικό
- 01 μορφολογία
形式美 けいしきび
ουσιαστικό
- 01 αισθητική της μορφής
形成術 けいせいじゅつ
ουσιαστικό
- 01 πλαστική (χειρουργική αποκατάσταση)
形態模写 けいたいもしゃ
ουσιαστικό
- 01 μιμητισμός
- 02 υποκριτική, μίμηση
形式論 けいしきろん
ουσιαστικό
- 01 φορμαλισμός
形姿 なりすがた
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση, ενδυμασία, κοστούμι, ένδυση
形成過程 けいせいかてい
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία σχηματισμού, μορφογένεση
形象化 けいしょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δίνω μορφή σε
形容動詞 けいようどうし N2
ουσιαστικό
- 01 κειιοντόσι (ιαπωνικό επίθετο με ουσιαστική λειτουργία), οιονεί επίθετο, ουσιαστικό επίθετο, επίθετο τύπου να, ταρού, νάρι ή τάρι
形稽古 かたげいこ
ουσιαστικό
- 01 εξάσκηση σε τυποποιημένες μορφές
形成手術 けいせいしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 πλαστική χειρουργική, πλαστική επέμβαση
形成期 けいせいき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος διαμόρφωσης (π.χ. ενός έθνους), έτος διαμόρφωσης
形影 けいえい
ουσιαστικό
- 01 μορφή και σκιά, πράγματα αχώριστα
形式段落 けいしきだんらく
ουσιαστικό
- 01 τυπική παράγραφος (σε αντίθεση με τη λογική παράγραφος), παράγραφος όπως ορίζεται από τα τυπικά της στοιχεία (π.χ. αλλαγή γραμμής και αρχική εσοχή)
形式名詞 けいしきめいし
ουσιαστικό
- 01 τυπικό ουσιαστικό, εικονικό ουσιαστικό, κενό ουσιαστικό