45 αποτελέσματα για «往»
往復乗車券 おうふくじょうしゃけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο μετ' επιστροφής (για τρένο, λεωφορείο κ.λπ.)
往査 おうさ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιτόπιος έλεγχος (από ορκωτούς λογιστές, δημόσιους λογιστές κ.λπ.)
往復書簡 おうふくしょかん
ουσιαστικό
- 01 αλληλογραφία
往古来今 おうこらいこん
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 σε όλες τις εποχές, από την αρχαιότητα
往
- 01 ταξίδι
- 02 ταξιδεύω
- 03 διώχνω
- 04 αφήνω
- 05 πορεία
- 06 πριν
- 07 παλιότερα