61 αποτελέσματα για «得»

得たり賢しと えたりかしこしと

άλλο

  1. 01 πρόθυμα, πολύ έντονα, χωρίς την παραμικρή δισταγμό
得たりや応と えたりやおうと

άλλο

  1. 01 πρόθυμα, πολύ έντονα, δίχως στιγμή δισταγμού
得点板 とくてんばん

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας αποτελεσμάτων, σκορμπάρντ
得道 とくどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίτευξη της λύτρωσης
得業士 とくぎょうし

ουσιαστικό

  1. 01 απόφοιτος τεχνικής σχολής
得点者 とくてんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σκόρερ (τερμάτων, πόντων, κ.λπ.)
得喪 とくそう

ουσιαστικό

  1. 01 απόκτηση ή απώλεια, απόκτηση (ζήτημα για το αν κάτι αποκτάται ή όχι)
得分 とくぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κέρδος, όφελος, απόδοση
  2. 02 μερίδιο, μερίδα
  3. 03 έσοδα από φόρο γης (στη φεουδαρχική Ιαπωνία)
得手に帆を揚げる えてにほをあげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υψώνω τα πανιά μου όταν ο άνεμος είναι ευνοϊκός, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία για να λάμψω
得たり えたり

επιφώνημα

  1. 01 επιτέλους, τα κατάφερα
得撒 テキサス

ουσιαστικό

  1. 01 Τέξας
得意淡然 とくいたんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αυτός που δεν καυχιέται για την επιτυχία του, διατηρώντας μια ήρεμη ψυχική κατάσταση μετά την επίτευξη ενός μεγάλου κατορθώματος
得ない えない

επίθημα, επίθετο

  1. 01 αδύνατον να..., δεν μπορεί να...
得意四つ とくいよつ

ουσιαστικό

  1. 01 η αγαπημένη λαβή του παλαιστή στη ζώνη (μαβάσι)
得票総数 とくひょうそうすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός αριθμός ψήφων
得意場 とくいば

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης
得たり顔 えたりがお

ουσιαστικό

  1. 01 θριαμβευτικό ύφος
得撫草 うるっぷそう

ουσιαστικό

  1. 01 ουρούπουσο (Lagotis glauca)
得体の知れぬ えたいのしれぬ

άλλο

  1. 01 παράξενος, άγνωστος, μυστηριώδης, ύποπτος
得たり賢し えたりかしこし

άλλο, επίρρημα, επιφώνημα

  1. 01 ευτυχώς, με προθυμία, αμέσως (π.χ. αδράχνοντας την ευκαιρία)
  2. 02 πέτυχε, αυτό ακριβώς ήθελα, μπίνγκο