86 αποτελέσματα για «復»
復号化 ふくごうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκρυπτογράφηση, αποκωδικοποίηση
復校 ふっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστρέφω στο σχολείο
復習う さらう
ρήμα
- 01 ανασκοπώ, κάνω πρόβα, εξασκούμαι
復水器 ふくすいき
ουσιαστικό
- 01 συμπυκνωτής
復党 ふくとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επανένταξη σε πολιτικό κόμμα
復古調 ふっこちょう
ουσιαστικό
- 01 αντιδραστική τάση, αναβιωτική διάθεση, τάση επιστροφής σε παλαιά έθιμα
復活当選 ふっかつとうせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 η αποτυχία εκλογής σε μονοεδρική περιφέρεια, αλλά η επιτυχής εκλογή μέσω της λίστας αναλογικής εκπροσώπησης
復部 ふくぶ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή σε λέσχη (στην οποία κάποιος ήταν μέλος στο παρελθόν)
復古神道 ふっこしんとう
ουσιαστικό
- 01 Φούκο Σίντο, Σίντο της Αποκατάστασης, Μεταρρυθμιστικό Σίντο (σημαντική μορφή του Σίντο του 18ου αιώνα, βασισμένη στα κλασικά κείμενα και απαλλαγμένη από κομφουκιανικές και βουδιστικές επιρροές)
復姓 ふくせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστρέφω στο πατρικό μου επώνυμο, επανέρχομαι στο αρχικό μου οικογενειακό όνομα
復興住宅 ふっこうじゅうたく
ουσιαστικό
- 01 κατοικία που κατασκευάζεται μετά από καταστροφή (τσουνάμι, σεισμός, κ.λπ.)
復辟 ふくへき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παλινόρθωση (εκθρονισμένου ηγεμόνα)
復航 ふっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πτήση επιστροφής, ταξίδι επιστροφής, πορεία προς την πατρίδα
復業 ふくぎょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή στην εργασία
復交 ふっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων
復興特別所得税 ふっこうとくべつしょとくぜい
ουσιαστικό
- 01 ειδικός φόρος εισοδήματος για την ανοικοδόμηση (των περιοχών που επλήγησαν από τον σεισμό και το τσουνάμι στο Τοχόκου το 2011)
復元品 ふくげんひん
ουσιαστικό
- 01 αναπαραγωγή, αντίγραφο, πανομοιότυπο, ανακατασκευή
復古論者 ふっころんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αντιδραστικός
復習える さらえる
ρήμα
- 01 επαναλαμβάνω, ανασκοπώ, κάνω εξάσκηση
復啓 ふくけい
ουσιαστικό
- 01 αξιότιμη κυρία, αξιότιμε κύριε, σε απάντηση της επιστολής σας...