48 αποτελέσματα για «忍»

忍び忍び しのびしのび

επίρρημα

  1. 01 κρυφά, στα κρυφά
忍容性 にんようせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανεκτικότητα (π.χ. μιας δόσης φαρμάκου)
忍石 しのぶいし

ουσιαστικό

  1. 01 δενδρίτης
忍者烏鮫 にんじゃからすざめ

ουσιαστικό

  1. 01 νίντζα καρασουζάμε (είδος καρχαρία, Etmopterus benchleyi)
忍び手 しのびで

ουσιαστικό

  1. 01 αθόρυβο παλαμάκι (πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια κηδείας ή σε ορισμένες τελετουργίες στο Μεγάλο Ιερό της Ίσε)
忍者刀 にんじゃとう

ουσιαστικό

  1. 01 σπαθί νίντζα
忍び出る しのびでる

ρήμα

  1. 01 γλιστρώ έξω, ξεγλιστρώ, αποχωρώ κρυφά
  1. 01 υπομένω, αντέχω
  2. 02 αντέχω, υποφέρω
  3. 03 ανέχομαι
  4. 04 κρύβω, αποκρύπτω
  5. 05 κρύβω, αποκρύπτω
  6. 06 κατασκοπεύω
  7. 07 κρυφοκινούμαι, κινούμαι αθόρυβα