127 αποτελέσματα για «応»

応分 おうぶん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάλογος με τις ικανότητες κάποιου, κατάλληλος, λογικός
応募作品 おうぼさくひん

ουσιαστικό

  1. 01 έργο που υποβάλλεται σε διαγωνισμό, συμμετοχή σε διαγωνισμό
応力 おうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 τάση
応竜 おうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Γινγκλόνγκ (θεότητα δράκος της βροχής)
応募資格 おうぼしかく

ουσιαστικό

  1. 01 απαιτούμενα προσόντα (για μια θέση εργασίας)
応援者 おうえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής, άτομο που εμψυχώνει (για παράδειγμα από το περιθώριο σε μια αθλητική εκδήλωση), ένθερμος οπαδός
応永 おうえい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Όεϊ (5 Ιουλίου 1394-27 Απριλίου 1428)
応募用紙 おうぼようし

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο αίτησης
応身 おうじん

ουσιαστικό

  1. 01 νιρμανακάγια (σώμα εκδήλωσης, μορφή που λαμβάνει ένας βούδας ανάλογα με τις δυνατότητες εκείνων που πρόκειται να σωθούν)
応変 おうへん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη (επείγουσα) απόκριση, σκοπιμότητα
応用技術 おうようぎじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη τεχνολογία
応用化学 おうようかがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη χημεία
応答メッセージ おうとうメッセージ

ουσιαστικό

  1. 01 χαιρετισμός
応天門 おうてんもん

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρική νότια πύλη του προαύλιου υποδοχής του ανακτόρου Χεϊάν
応用研究 おうようけんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη έρευνα, πρακτική έρευνα
応用物理学 おうようぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη φυσική
応急手当を施す おうきゅうてあてをほどこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρέχω πρώτες βοήθειες σε κάποιον, προσφέρω επείγουσα ιατρική περίθαλψη
応用科学 おうようかがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη επιστήμη
応用数学 おうようすうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένα μαθηματικά
応用経済学 おうようけいざいがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη οικονομική