89 αποτελέσματα για «恋»

恋愛至上主義 れんあいしじょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτοκεντρισμός, η αντίληψη ότι ο έρωτας αποτελεί την ύψιστη αξία και τον αυτοσκοπό της ζωής
恋々 れんれん

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 στοργικά προσκολλημένος, διστακτικός να αποχωριστεί
恋愛問題 れんあいもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 προβλήματα στις ερωτικές σχέσεις, ζήτημα που σχετίζεται με τον έρωτα
恋愛遍歴 れんあいへんれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό ερωτικών σχέσεων
恋人気分 こいびときぶん

ουσιαστικό

  1. 01 η αίσθηση που επικρατεί ανάμεσα σε (νέους) εραστές
恋愛指南 れんあいしなん

ουσιαστικό

  1. 01 καθοδήγηση στα ζητήματα της ερωτικής ζωής
恋女房 こいにょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 η αγαπημένη σύζυγος κάποιου
恋愛体質 れんあいたいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 προδιάθεση για έρωτα
恋いる こいる

ρήμα

  1. 01 αγαπώ, ερωτεύομαι
恋風 こいかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 αέρινο αίσθημα έρωτα
恋着 れんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκόλληση, ερωτικό πάθος
恋愛下手 れんあいべた

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άπειρος στον έρωτα, αδέξιος στις σχέσεις
恋の鞘当て こいのさやあて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικός ανταγωνισμός, ανταγωνισμός για την κατάκτηση μιας γυναίκας
恋活 こいかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, αναζήτηση έρωτα
恋塚 こいづか

ουσιαστικό

  1. 01 κοϊζούκα, ταφικός τύμβος για πρόσωπο που πέθανε για έναν έρωτα
恋愛遊戯 れんあいゆうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με τον έρωτα, ερωτικό φλερτ χωρίς δέσμευση
恋愛活動 れんあいかつどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, αναζήτηση έρωτα
恋草 こいぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικό πάθος, ερωτική ανησυχία
恋水 こいみず

ουσιαστικό

  1. 01 δάκρυα έρωτα
恋猫 こいねこ

ουσιαστικό

  1. 01 γάτα σε οίστρο