51 αποτελέσματα για «戸»

戸棚風呂 とだなぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο λουτρό (της περιόδου Έντο)
戸毎眼張 とごっとめばる

ουσιαστικό

  1. 01 τογκοτόμεμπαρου (είδος ψαριού του γένους Σεβαστής), πετρόψαρο
戸板平目 といたびらめ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη γλώσσα (ψάρι)
戸走り とばしり

ουσιαστικό

  1. 01 ράουλο συρόμενης πόρτας
  2. 02 φυτικό κερί, κερί εντόμων, κινεζικό κερί
戸外制作 こがいせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια ζωγραφική
戸庭 こてい

ουσιαστικό

  1. 01 αυλόπορτες και κήποι
戸田記念国際平和研究所 とだきねんこくさいへいわけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνές ινστιτούτο ειρήνης και ερευνών Τόντα
戸田工業 とだこうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Τόντα Κόγκιο Κορπορέισον
戸板女子短大 といたじょしたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Κολέγιο Ανώτερης Εκπαίδευσης Θηλέων Τοΐτα
戸板女子短期大学 といたじょしたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Τόιτα Τζόσι Τάνκι Ντάιγκακου (Κολέγιο Θηλέων Τόιτα)
  1. 01 πόρτα
  2. 02 μετρητική λέξη για σπίτια
  3. 03 ριζικό «πόρτα» (αριθμός 63)