88 αποτελέσματα για «抗»

抗論 こうろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασκευή, αποποίηση, ένσταση
抗炎症剤 こうえんしょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιφλεγμονώδες φάρμακο, αντιφλεγμονώδης παράγοντας
抗原抗体反応 こうげんこうたいはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιγονοαντισωματική αντίδραση, AAR
抗敵 こうてき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, αντιπαράθεση
抗ヒスタミン剤 こうヒスタミンざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιισταμινικό
抗血清 こうけっせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιορός
抗がん こうがん

άλλο

  1. 01 αντικαρκινικός
抗凝固 こうぎょうこ

επίθετο

  1. 01 αντιπηξία, αντιπηκτικό
抗結核薬 こうけっかくやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιφυματικό φάρμακο, αντιφυματικός παράγοντας
抗菌性 こうきんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβακτηριδιακός
抗てんかん薬 こうてんかんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντισπασμωδικό, αντιεπιληπτικό φάρμακο
抗真菌薬 こうしんきんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμυκητιασικό φάρμακο, αντιμυκητιασική αγωγή, αντιμυκητιασικός παράγοντας
抗炎症薬 こうえんしょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιφλεγμονώδες φάρμακο, αντιφλεγμονώδης παράγοντας
抗体産生 こうたいさんせい

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή αντισωμάτων
抗けいれん薬 こうけいれんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντισπασμωδικό φάρμακο
抗躁 こうそう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιμανιακός (για φάρμακα κ.λπ.)
抗酸菌 こうさんきん

ουσιαστικό

  1. 01 οξεανθεκτικό βακτήριο
抗加齢ドック こうかれいドック

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρικός έλεγχος που επικεντρώνεται κυρίως σε προβλήματα που επιδεινώνονται με την πάροδο της ηλικίας
抗磁力 こうじりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοερσιβή, καταναγκαστική δύναμη
抗コリン剤 こうコリンざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιχολινεργικό φάρμακο